Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εξέφρασε την πεποίθηση ότι η Ισπανία θα επιτύχει τους στόχους για το δημοσιονομικό έλλειμμα, τους οποίους έχει κοινοποιήσει και δεσμευθεί επ’ αυτών στην Ευρ. Επιτροπή, σχετικά με περιορισμό του ελλείμματος σε κάτω του 3% του ΑΕΠ το 2024.
Το ΔΝΤ δήλωσε ωστόσο ότι εξαρτά την επίτευξη των εν λόγω στόχων από την απόσυρση των διαφόρων μέτρων εισοδηματικής στήριξης έναντι των αυξήσεων των τιμών της ενέργειας, τα οποία το ΔΝΤ εκτιμά ότι ισοδυναμούν με μία ποσοστιαία μονάδα του ΑΕΠ. Το ΔΝΤ αναμένει βελτίωση του ισπανικού δημοσιονομικού ελλείμματος σε 3,9% του ΑΕΠ το 2023 και σε 3% το 2024, διευκρινίζοντας πάντως ότι η πρόβλεψη εξαρτάται από τη σταδιακή κατάργηση όλων των μέτρων ενεργειακής στήριξης και ορισμένων άλλων μέτρων ελέγχου των τιμών, ακριβώς όπως είχε προγραμματιστεί, στο τέλος του τρέχοντος έτους, ενώ παράλληλα θα πρέπει να συνεχιστεί ομαλά η ροή κονδυλίων του ευρωπαϊκού Σχεδίου Ανάκαμψης προς την Ισπανία. Το ΔΝΤ εκτιμά ότι οι δημοσιονομικοί στόχοι της Ισπανίας θα επιτευχθούν κυρίως χάρη στην αναμενόμενη αύξηση των εσόδων κατά 4,7% έναντι αύξησης των δαπανών κατά 2,8%.
Το ΔΝΤ εκτιμά ότι με βάση σενάριο χωρίς αλλαγές στις δημοσιονομικές πολιτικές της Ισπανίας, το δημοσιονομικό έλλειμμα πρόκειται να αυξηθεί ξανά το 2025 σε περίπου 3,4%.
Επιπλέον, το Ταμείο προβλέπει ότι το δημόσιο χρέος θα φτάσει το 107,3% του ΑΕΠ φέτος και το 104,7% το 2024, αρκετά κάτω από τον στόχο 110% που προέβλεπε η κυβέρνηση, ενώ από το 2025, σύμφωνα πάντοτε με τις εκτιμήσεις του ΔΝΤ, χωρίς την υιοθέτηση νέων μέτρων, το δημόσιο χρέος της Ισπανίας θα παραμείνει σταθερό, ανερχόμενο περίπου σε 103,9% του ΑΕΠ. Το Ταμείο συνιστά στην ισπανική Κυβέρνηση ένα ισχυρότερο ρυθμό δημοσιονομικής εξυγίανσης από το έτος 2024, ο οποίος είναι απαραίτητος για την οικοδόμηση «στρώματος ασφαλείας» για την απορρόφηση μελλοντικών οικονομικών δυσκολιών. Εξάλλου, το ΔΝΤ στις εκτιμήσεις του δεν ανησυχεί ότι ο σχηματισμός Κυβέρνησης στην Ισπανία θα μπορούσε να καθυστερήσει την έγκαιρη λήψη αποφάσεων για τα δημοσιονομικά θέματα, θεωρώντας ότι «υπάρχει αρκετός χρόνος για να εφαρμοστούν τα απαραίτητα μέτρα εξυγίανσης μετά το 2024».